κοπέλ(λ)α

κοπέλ(λ)α
η девушка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "κοπέλ(λ)α" в других словарях:

  • καλαμπελούδα — η κληματίδα, κληματσίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο) * + άμπελος + υποκορ. κατάλ. ούδα (πρβλ. κοπελ ούδα, πλεξ ούδα)] …   Dictionary of Greek

  • καμωσούδι — το (Μ καμωσούδι) συν. στον πληθ. τα καμωσούδια ό,τι κάνει κάποιος με τα χέρια του («σκιάς με τα καμωσούδια τση να θρέφω το κορμί σου», Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο *κάμωση (< κάμνω) + κατάλ. ούδι, πρβλ. αγγελ ούδι, κοπελ ούδι] …   Dictionary of Greek

  • καυκίτσα — και καυχίτσα, η ερωμένη, γκομενίτσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καύκα (II) + υποκορ. κατάλ. ίτσα (πρβλ. κοπελ ίτσα, σκυλίτσα)] …   Dictionary of Greek

  • Δανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Δανίας Έκταση: 43.094 τ. χλμ Πληθυσμός: 5.352.815 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Κοπεγχάγη (499.148 κάτ. το 2001)Κράτος της βόρειας Ευρώπης, στην ιστορική ομάδα των σκανδιναβικών χωρών. Συνορεύει στα Ν με τη Γερμανία, ενώ… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»